Όταν ένα αντικείμενο προσφέρει περισσότερες από μία δυνατότητες δράσης

Σκέψεις για την έννοια του affordance

Featured image

Πριν από περίπου δύο χρόνια, μέσα από το πρόγραμμα του μάστερ, διδαχθήκαμε την έννοια του affordance του Gibson. Ο Gibson χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει αυτό που το περιβάλλον προσφέρει ή παρέχει σε έναν οργανισμό ως δυνατότητα δράσης. Το affordance δεν αφορά επομένως μόνο το αντικείμενο και τις ιδιότητές του, αλλά τη σχέση ανάμεσα στις ιδιότητες του περιβάλλοντος και στις δυνατότητες του οργανισμού που βρίσκεται μέσα σε αυτό.

Στην πρώιμη μορφή της έννοιας, ο Gibson έδινε ιδιαίτερη έμφαση στις ιδιότητες των αντικειμένων και του περιβάλλοντος και στις δυνατότητες δράσης που αυτές προσφέρουν. Η μορφή, το μέγεθος, η υφή και άλλα χαρακτηριστικά ενός αντικειμένου μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για το τι μπορεί να γίνει με αυτό και να κατευθύνουν την αντίληψη και τη δράση.

Ας το σκεφτούμε μέσα από μερικά απλά παραδείγματα. Τι δυνατότητα δράσης μας προσφέρει ένα κουμπί; Ένα πόμολο; Μια κούπα με εσοχή; Μια καρέκλα;

Ας μείνουμε στην καρέκλα.

Αν είστε ενήλικες και δείτε μια καρέκλα, πιθανότατα αυτό που θα σκεφτείτε είναι: «να κάτσω».

Τι πιστεύετε όμως ότι θα έκανε ένα παιδί με την ίδια καρέκλα; Ή, ακόμη καλύτερα, με έναν καναπέ, πέρα από το να καθίσει ή να ξαπλώσει αντίστοιχα;

Μπορεί να σκαρφαλώσει, να πηδήξει ή να κάνει ακροβατικά.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ένα αντικείμενο μπορεί να προσφέρει περισσότερες από μία δυνατότητες δράσης. Το ποιες από αυτές θα αξιοποιηθούν συνδέεται και με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί του, όπως το μέγεθος και οι σωματικές του δυνατότητες.

Ένας ενήλικας μπορεί να είναι κουρασμένος και να αξιοποιήσει την καρέκλα με βάση αυτή τη σωματική του ανάγκη. Ένα παιδικό σώμα, από την άλλη, μπορεί να έχει ανάγκη την κίνηση ή την αισθητηριακή ρύθμιση και να αξιοποιήσει το ίδιο αντικείμενο με έναν διαφορετικό τρόπο.

Κάπου εδώ γεννήθηκε μέσα μου ένα ερώτημα:

Τι λέει η κοινωνία μας για αυτές τις «αποκλίνουσες χρήσεις»;

Για τις χρήσεις δηλαδή που απομακρύνονται από τις κοινωνικές επιταγές, από εκείνες τις συμβατικές χρήσεις που οι ενήλικες έχουμε ίσως ενσωματώσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να τις θεωρούμε αυτονόητες;

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι πολλά. Διαφορετικές δράσεις, διαφορετικοί τρόποι εξερεύνησης και διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ένα παιδί μπορεί να αλληλεπιδράσει με ένα αντικείμενο.

Δεν θα τα αναλύσω όλα εδώ.

Θα σταθώ σε δύο παραδείγματα που παρατήρησα στην κλινική μου πρακτική και στη συνέχεια θα μεταφέρω τον προβληματισμό στο σχολικό πλαίσιο.

Πριν από περίπου δύο χρόνια, ήταν Χριστούγεννα. Ένα παιδί δύο ετών πήγε σε ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι. Άρχισε να αλληλεπιδρά μαζί του και να παίζει.

Η δράση του δεν βασιζόταν στην ιδιότητα του αντικειμένου ως χριστουγεννιάτικου στολιδιού, αλλά σε μια άλλη ιδιότητά του: στο σφαιρικό του σχήμα.

Το περιέστρεφε, το πετούσε και το κλωτσούσε.

Αναρωτήθηκα τότε: γιατί αυτή η χρήση, στα μάτια της κοινωνίας, είναι μη συμβατική, ενώ ταυτόχρονα έχει μια λογική;

Λίγες ημέρες αργότερα, ένα άλλο παιδί, τεσσάρων ετών, πειραματιζόταν με ένα τρισδιάστατο παζλ. Κάθε κομμάτι είχε σχήμα κύβου.

Αντί, λοιπόν, στην αρχική εξερεύνηση του αντικειμένου, να φτιάξει το παζλ με τον τρόπο που προβλεπόταν, αξιοποίησε μια ιδιότητα των κομματιών: το κυβικό τους σχήμα.

Έφτιαξε έναν πύργο.

Και πάλι, το παιχνίδι του είχε λογική.

Τι θα γινόταν όμως αν αυτή η συμπεριφορά εμφανιζόταν στο σχολείο;

Στη βιβλιογραφία βρήκα πολλές πληροφορίες που επέκτειναν το θέμα και τη γνώση μας γύρω από τα affordances. Το σχήμα του αντικειμένου είναι μόνο ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά του. Η υφή, η θερμοκρασία και άλλες ιδιότητες μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε διαφορετικές δράσεις.

Μια ακόμη πηγή αναφέρει ότι η χρήση συνδέεται με τους στόχους και τις ανάγκες του ανθρώπου. Για παράδειγμα, μπορεί να διψάω, να πεινάω ή να έχω κάποια αισθητηριακή ανάγκη.

Η χρήση, λοιπόν, φαίνεται να σχετίζεται με τα στοιχεία του αντικειμένου, με τις σχέσεις του με τα άλλα αντικείμενα στον χώρο, αλλά και με τις ικανότητες και τις τρέχουσες ανάγκες του ανθρώπου.

Ας πάρουμε ένα μπουκάλι.

Αν ένα παιδί διψάει, μπορεί να κάνει μια συμβατική χρήση του μπουκαλιού και να πιει από αυτό. Αν όμως δεν διψάει ή αναζητά ερεθίσματα, μπορεί να περιστρέψει το αντικείμενο, να το παρατηρήσει ή να αξιοποιήσει τη μορφή και τις ιδιότητές του με έναν διαφορετικό τρόπο.

Το αντικείμενο είναι το ίδιο.

Η σχέση του παιδιού με αυτό, όμως, μπορεί να είναι διαφορετική.

Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα.

Το τι μπορούμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε στο περιβάλλον ή με το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει και το πώς το βλέπουμε ή το βιώνουμε.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, πώς μπορεί να βιώνει ένας άνθρωπος ένα εχθρικό αισθητηριακό περιβάλλον.

Και ας επιστρέψουμε τώρα στο παιδί που σκαρφαλώνει στον καναπέ, στο παιδί που περιστρέφει ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι ή στο παιδί που χρησιμοποιεί τα κομμάτια ενός παζλ για να φτιάξει έναν πύργο.

Πότε μια δράση παύει να θεωρείται απλώς μια διαφορετική δυνατότητα που προσφέρει το αντικείμενο και αρχίζει να χαρακτηρίζεται ως «μη συμβατική»;

Πότε ένα παιδί μαθαίνει τις συμβατικές χρήσεις των αντικειμένων;

Και τι συμβαίνει όταν αυτές οι χρήσεις έχουν πλέον γίνει μέρος της γνώσης του, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο αντικείμενο εξακολουθεί να του προσφέρει και άλλες δυνατότητες δράσης;

Αυτά ήταν και τα ερωτήματα που με οδήγησαν στη βασική ερώτηση της διπλωματικής μου εργασίας.

Στο τέλος της διπλωματικής μου εργασίας αναρωτήθηκα πόσο μπορεί να επιβαρύνονται γνωστικά οι άνθρωποι που έχουν δυο ανταγωνιστικές δράσεις για το ίδιο το αντικείμενο.

Πόσο γνωστικά επιβαρύνεται ένα άτομο όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές δυνατότητες δράσης;

Και ακόμη περισσότερο:

Πώς μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί όταν θέλει να αλληλεπιδράσει ελεύθερα με ένα αντικείμενο, αλλά η δράση του καταπιέζεται, υποδεικνύεται ή διορθώνεται επειδή δεν αντιστοιχεί στη συμβατική χρήση του;

Ίσως, τελικά, αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο πριν διορθώσουμε μια δράση και να αναρωτηθούμε:

Τι δυνατότητα δράσης προσφέρει αυτή τη στιγμή το αντικείμενο σε αυτό το παιδί;

Και τι μας λέει αυτή η διαφορετική χρήση για τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το παιδί συναντά και βιώνει το περιβάλλον του;

Επιμέλεια: Χαλδαιοπούλου Νικολέττα

Η εγγραφή σας δεν ήταν επιτυχής! Δοκιμάστε ξανά.
Εγγραφήκατε επιτυχώς!
Συντονιστείτε!
Εγγραφείτε στο newsletter μας για να μη χάνετε τίποτα!